Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Από το Βερολίνο στο Βόλο: Παρουσίαση του βιβλίου του Πέτρου Αυλίδη "Σοφέρ"

Την Τρίτη 15 Μαΐου 2012, στις 9 το βράδυ, στο βιβλιοπωλείο – καφενείο ΧΑΡΤΑ (Σκενδεράνη 16Α-Β, Βόλος, τηλ:2421033250), παρουσιάζεται το νέο βιβλίο του Πέτρου Αυλίδη “Σοφέρ” (εκδόσεις Γαβριηλίδη).

Το βιβλίο θα παρουσιάσει η Μαρία Παπαδημητρίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με τη συνεργασία φοιτητών του τμήματος Αρχιτεκτονικής.

Δυτικό Βερολίνο, τέρμα Ανατολικά.
Σύνορο με τους δίπλα στο ποτάμι. Και το Τείχος.
Σπίτια, εργοστάσια κι ερείπια, παλιά και παρατημένα.
Ο πληθυσμός, τούρκοι και νέοι, φτωχοί γενικά. Σε χρήμα. Παρατημένοι απ΄ τους άλλους κι ελεύθεροι, φουλ στην επινόηση. Και στον αγώνα, για ένα καλύτερο τώρα.
Ο Πέτρος Αυλίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1955. Πήρε πτυχίο ιατρικής το 1979. Από το 1980 ως το 1998 εργάστηκε στο Βερολίνο ως ψυχίατρος.
Έχει εκδόσει τα βιβλία “Λοβαφερινσορτκατς – ψιλοκομμένο πάθος” 1999 (Γαβριηλίδης) και ¨Κάψα χιτ / φουλ μιξ” 2008 (Γαβριηλίδης).
Διηγήματα και κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Δρομολόγια, Κωπηλάτες και Άθενς Βόις.
Ακολουθεί η κριτική της Ελισάβετ Κοτζιά στην Εφημερίδα “Καθημερινή”, 18/3/2012:
ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ
Μιτ Μπερλίν
Tης Ελισαβετ Kοτζια / ekotzia@yahoo.gr
Πρωταγωνίστρια είναι η πόλη. Φρουροί, φυλάκια, δυνάμεις κατοχής, συρματοπλέγματα, περίπολοι, συμμαχικοί στρατοί – τεκμήρια ενός Ψυχρού Πολέμου, που, σαράντα χρόνια μετά τον Πόλεμο, δεν λέει να λήξει. Μια πόλη–μύθος. Πόλη των κατασκόπων και των καλλιτεχνών, πόλη της παρακμής και των μεταναστών, πόλη της νοσταλγίας και των ευκαιριών, πόλη που κάτω από τη σκιά του Τείχους απλώνεται διχασμένη γύρω από τις όχθες του ποταμού Σπρέε. Μπαουχάουζ, ερειπωμένα κτίρια και βιομηχανικές εγκαταστάσεις· εστιατόρια, πρωτοποριακές γκαλερί και καμπαρέ· ηθοποιοί, σκηνοθέτες και μουσικοί· τραγούδια, εκκεντρικότητες, γέλια και χοροί. Αυτό είναι το Βερολίνο της δεκαετίας του ’80 του Πέτρου Αυλίδη (γενν. 1955) στο τρίτο βιβλίο του «Σοφέρ» (Γαβριηλίδης, σελ. 251). Ενα μυθιστόρημα στο οποίο μαζί με την πόλη πρωταγωνιστεί και η ηρωική νεότητα. Τα πρώτα χρόνια ενός γιατρού που έφθασε στο Βερολίνο για την ειδικότητά του, έγινε θαμώνας ξακουστών μπαρ, γνωρίστηκε με άσημους και διάσημους και σήμερα αφηγείται αναμνήσεις από τη μακρινή εκείνη εποχή. Αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, το έργο αποτελεί ωστόσο κάτι περισσότερο από μια απλή μαρτυρία. Διότι εκείνο που κυρίως μεταφέρει είναι η αίσθηση και το συναίσθημα, η ατμόσφαιρα και η συγκίνηση, το βαθύτερο προσωπικό βίωμα που εισέπραξε ο αφηγητής από την πόλη στη δεκαετία πριν από την πτώση του Τείχους.
Το 1980 ο ήρωας προσγειώνεται στο Βερολίνο, προσλαμβάνεται σε ψυχιατρική κλινική και γίνεται μέλος του στενού κύκλου της Φώφης Ακριθάκη, που έχει το διάσημο εστιατόριο «Φόφις», όπου συχνάζουν προσωπικότητες παντός είδους. Και ως μη φίλος του ποτού χρίζεται σοφέρ του άντρα της ζωγράφου, Αλέξη Ακριθάκη. Ο νεαρός γιατρός ανοίγει τα μάτια του, γνωρίζει και μαθαίνει, μπαίνει στα ενδότερα του νυχτερινού ρυθμού μιας πόλης που βρίσκεται στην αιχμή της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ζώντας ταυτόχρονα το παράδοξο αίσθημα του ιλίγγου και του κενού που προκαλεί ένας τόπος στη μεθόριο δύο ασυμφιλίωτα εχθρικών πλανητικών μπλοκ. Ηθοποιοί, σκηνοθέτες, χορογράφοι, Φράνσις Μπέικον, Μάρτιν Κιπενμπέργκερ, Αριάν Μνιούσκιν, ζωγράφοι που έχουν περάσει στην επικράτεια του θρύλου, πρόσωπα άγνωστα που σύντομα θα λάμψουν, συλλέκτες, γκαλερίστες και κιουρέιτορ παρελαύνουν μαζί με χάπια, άσπρες σκόνες, ζεϊμπεκιές και τζαζ. Κι επειδή ο ήρωας είναι νέος και το αίμα του βράζει, μπόλικες θηλυκές υπάρξεις και αναρίθμητα παιχνίδια σαγήνης, έλξης και εξαιρετικά μάτσο ερωτισμού. Αθελα το μυαλό μας πάει στα παλαιότερα έργα του Αντώνη Σουρούνη, «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» (983) και «Συμπαίχτες» (1977), και στους τυχοδιώκτες ήρωές του. Οι δικοί του μετανάστες ήταν βέβαια λούμπεν ενώ του Αυλίδη ο ήρωας είναι επιστήμονας γιατρός που θα ολοκληρώσει την ειδικότητά του. Για να τα βροντήξει, όμως, εντέλει όλα κάτω αποθέτοντας με παιδική αφέλεια την τύχη του στον χρηματιστηριακό τζόγο και στη θεία πρόνοια κάποιων παιχνιδιών.
Ο ήρωας του «Σοφέρ» μοιάζει με τον επίδοξο συγγραφέα που στο προηγούμενο βιβλίο του Πέτρου Αυλίδη, «Κάψα-Χιτ/φουλ μιξ» (2008), προσπαθούσε να εξημερώσει μια σαύρα. Και ομοίως, η σημασία του «Σοφέρ» έγκειται στο ύφος του έργου. Διαρκής κίνηση και ζωντανή επαφή μέσω των διαλόγων, απόλυτη οικονομία στο μοντάζ, μικρή φράση και απροσδόκητες συγκοπές στη στίξη, μονολεκτικές αποστροφές οι οποίες άλλοτε χρωματίζοντας επιτείνουν και άλλοτε ανατρέποντας εκπλήσσουν. Η αρετή της πεζογραφίας του Αυλίδη είναι ο πολύ σφιχτός ρυθμός, λίγα λόγια και σταράτα που, παρά τον μπλαζέ τους τόνο και τη χρήση μπόλικης αργκό, μαρτυρούν ακεραιότητα ήθους και προσωπικότητα που αναζητεί κάτι ουσιαστικό. (Παράταιροι ωστόσο μερικοί αυτοσχέδιοι γλωσσικοί τύποι, όπως «ευθειάζω» και «χαμογελαστήκαμε». Νέες λέξεις δικαιούται να φτιάχνει μόνον ο Τζόυς. Με τον παντοδύναμο θεό της γλώσσας, οι υπόλοιποι οφείλουμε να είμαστε σεμνοί.)